Κυρ Τάσος και Κυραλεξάντρα. Part 1. *Η ΓΝΩΡΙΜΙΑ!*

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Share on email

Απέναντι από το σπίτι μας μένει ένα ηλικιωμένο ζευγάρι. Η κυραλεξάντρα, ετών 71 και η μορφάρα ο άντρας της, ο κυρ Τάσος, 78. Στην αρχή, όταν πρωτοήρθαμε σ’ αυτό το σπίτι, οι άλλοι γείτονες μας προειδοποιούσαν “μακριά από τον Τασούλη, α πα πα πα, ΚΑΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ”, μου λέει ο άντρας μου “ύποπτη φυσιογνωμία αυτός, να έχουμε το νου μας” “τι ύποπτη φυσιογνωμία ρε, με δουλεύετε όλοι; Παππούδι είναι, που έχει κηρύξει πόλεμο σε όλη τη γειτονιά γιατί παρκάρουν στο ‘σημείο’ του, και του χαλάνε το zen, αφήστε του το ρημάδι το πάρκινγκ ελεύθερο να μην σας κοιτάει όλους σαν του φάγατε το μπιφτέκι του!”.

Βγαίνω μια μέρα στον κήπο, με κοιτούσε ο κυρ Τάσος από τη δική του αυλή, τάχαμ τάχαμ πότιζε, είχε μουλιάσει τα τσιμέντα, μισή ώρα στο ίδιο σημείο για να μπορέσει να κατασκοπεύσει τι παίζει με τους νέους γείτονες. Πλησιάζω στα κάγκελα, φωνάζω “Καλημέρα, τι κάνετε!! Είμαι η τάδε, μετακομίσαμε πρόσφατα, είστε καλά; Πολύ όμορφη η γειτονιά και βλέπω την αυλή και το κήπο σας, τα έχετε πολύ περιποιημένα! Μπράβο σας, ξεχωρίζει ο νοικοκύρης άνθρωπος” – Έπαθε κοκομπλόκο ο Τασούλης, κανείς δεν του μιλούσε ποτέ σε όλη την περιφέρεια, πρωτοφανές να του απευθύνει κάποιος το λόγο, όχι μόνο στη γειτονιά, στην πλάση ολάκερη. Ψέλλισε κάτι “καλώς ήρθατε, χάρηκα, τι βυζάρες είναι αυτές παιδί μου” γιατί εντωμεταξύ μου είχαν κατέβει οι τιράντες από το νυχτικάκι, τέλος πάντων, έκτοτε αποκτήσαμε καλές σχέσεις, γνώρισα και τη γυναίκα του, ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ ΣΕΛΕΜΠΡΙΤΥ, προσεχώς θα μάθετε τις περιπέτειες της στην επικράτεια, παίζει και η κόρη μου με τα εγγόνια τους, περνάμε ωραία στα παρασκήνια και αυτό βγαίνει προς τα έξω!

Όπου η κυραλεξάντρα, είναι η μάνα του λόχου, έτσι;

Μου βαράει τα κουδούνια στις 8 το πρωί – ρε φίλε άσε μας να χουζουρέψουμε λίγο, όόόόόόόχι εκείίίίίί, το δαχτυλάκι εμμονικά κολλημένο στο κουδούνι, το οποίο είναι και ψιλοχαλασμένο και χτυπάει σα χλεμπονιάρης γέρος ντριιιιιιιιιιιιιιιιιιιιχκγουαχ-γκουαχ-γκουαχ, υπεραιωνόβιος ήχος σαν συνταξιούχος 35 χρόνια με επιβαρυμένο αναπνευστικό που καπνίζει άσσο άφιλτρο κασετίνα. Θα τον λέμε Σταύρακα. Ο Σταύρακας ο ντριν. Κουδούνι που το χτυπάς και σε χτυπάει κι αυτό, πίσω. Εκνευρισμένο. Είπαμε. Γεροπαράξενο κουδούνι.

Αγουροξυπνημένη εγώ, κατεβαίνω με το πυτζαμάκι το ξεχειλωμένο, το ξεβαμμένο, – ξες – και τα τσουλούφια κολλημένα στις βλεφαρίδες με τσίμπλες, σάλια ξεραμένα, και παντόφλες ροζ, χέλο κίτυ νούμερο 34, αυτές βρήκα πρόχειρες, αυτές φόρεσα – από καμάρα ποδιού και πίσω δηλαδή ήμουν ξυπόλυτη, μπλέχτηκε και ο Μαξ στα πόδια μου στη σκάλα, στραβοπάτησα, τα τελευταία 6 σκαλιά τα κατέβηκα με το πηγούνι..

Ανοίγω τσαντιζμένη, ‘ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΚΥΡΑΛΕΞΑΝΤΡΑ;’ ρωτάω με αυστηρό τόνο, “παιδί μου φυστικάκι, έφτιαξα λουκουμάδες τώρα το πρωί να φάνε τα εγγόνια μου και είπα να σας φέρω ζεστούς ζεστούς, σου έβαλα και μελάκι δικό μας πάνω και κανελίτσα”.

Τους πήρα, τι να έκανα. Να μην την προσβάλω. Καλοί ήταν.
ΟΚ ΠΟΛΥ ΚΑΛΟΙ ήταν, τι θέλετε τώρα.

Δεν είναι κατάσταση αυτή. Μια να μου φέρνει λουκουμάδες, μια ζεστή πορτοκαλόπιτα απ’ ευθείας από το φούρνο, τις προάλλες παστιτσάκι 4 κομματάρες ΝΑ, δε γαμιέ, θα της βγάλω κλειδιά, τι σόι γείτονες είμαστε, μια ανάγκη να προκύψει, να μην έχεις έναν άνθρωπο να φωνάξεις “ΚΥΡΑΛΕΞΑΝΤΡΑΑΑΑΑΑ ΜΟΥ ΜΥΡΙΣΑΝ ΣΟΥΤΣΟΥΚΑΚΙΑΑΑΑ – ΓΙΑ ΚΑΜ ΤΟΥ ΔΩΘΕ!”

Σκέφτομαι να τους κάνω βιβλίο, έχει πολύ ψωμί εδώ.