Ο “θείος” στο κωρ ι ό

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Share on email

Στο παλιό σπίτι της γιαγιάς μου στο “κωριό” τα καλοκαίρια, κοιμόμασταν 100 νομά σ’ενα δωμά. Παιδιά, εγγόνια, βαφτιστήρια, ξαδέρφια, γαμπροί, παραγαμπροί, τουρλουμπούκι συνήθως τον Δεκαπενταύγουστο. Κάνα δυο θείοι κοιμόντουσαν στην αυλή σε ράντζα, οι πιο κυριλέ συγγενείς στα υπνοδωμάτια (έναν θείο που τον λέγαμε “γιατρό” τον έβαζε πάντα η γιαγιά μου και κοιμόταν στην καλή κρεβατοκάμαρα, μετά έμαθα πως ήταν ο “γιατρός της εξάτμισης” “εξατμισάς” ! Στο μυαλό της γιαγιάς μου αυτός ο θείος ισοδυναμούσε με τον McDreamy – εξού και κοιμόταν στη “σουίτα” κ όχι σε ντιβανοκασέλες).

Εγώ με τις ξαδέρφες μου κοιμόμασταν στο σαλόνι, ήμουν ΤΟ ΠΑΙΔΙ επειδή ήμουν το πιο μικρό και πάντα με βούταγε μια ξαδέρφη και κοιμόμασταν αγκαλιά, κεφαλοκλείδωμα και νάνι, δε πα να ‘χε 40 βαθμούς έξω (και 52 μέσα), “το παιδί σκεπάστε, μην αρπάξει καμιά πούντα” ο πιο κρύος αέρας εντωμεταξύ ήταν η ανάσα του ΧΑΡΟΥ που ερχόταν να με πάρει, αφού ξεψύχαγα από ασφυξία, “άχου τοοο κοιμήθηκε το καημένο, κουρασμένο ήταν από το παιχνίδι” και γω είχα λιποθυμήσει εντωμεταξύ, με είχε συνθλίψει η ξαδέρφη μου, ΩΡΑΙΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΡΕ ΦΙΛΕ.

Είχαμε κι έναν ξέμπαρκο μπάρμπα, δεν γνωρίζω ακριβώς το βαθμό συγγένειας μαζί του, κι απορώ κιόλας πως βρέθηκε στο σπίτι της γιαγιάς, γιατί δεν ήταν γιος, αδερφός, ξάδερφος, νονός, μπατζανάκης ή γαμπρός κανενός! Υποπτεύομαι πως το όνομα του ήταν ΜΠΑΡΜΠΑΣ, Γιώργος Μπάρμπας ξέρωγω, θείος της Βάνας, κι ήρθε μια μέρα στο σπίτι, είπε ότι τον λένε Μπάρμπα και του έστρωσε η γιαγιά μου να κοιμηθεί, μπορεί να του έγραψε και κάνα χωράφι.

Αυτός ο μπάρμπας λοιπόν, δεν ροχάλιζε. Όχι, δεν ονομαζόταν ροχαλητό αυτό το πράγμα. Αυτό ήταν ο ήχος του ανοίγματος της 7ης πύλης της κολάσεως, είναι συρόμενη η πύλη, εεε αυτόν τον ήχο έκανε! Ήταν ο ήχος του ορυμαγδού, από τα έγκατα της γης, ήταν ο Αττίλας κ ο στρατός του, ήταν η καταστροφή της Τροίας, η επέλαση των βαρβάρων, ο απόηχος του πυρηνικού ολέθρου στο Ναγκασάκι. Φίλε, ο τύπος δε ροχάλιζε. Δημιουργούσε μαύρες τρύπες στο χωροχρονικό συνεχές. Τρέμανε τα θεμέλια του σπιτιού, το χωριό, η επαρχία, μετατοπίζονταν οι λιθοσφαιρικές πλάκες.

Και όλοι γύρω, απαθείς. Μόνο εγώ τον άκουγα, οι άλλοι κοιμόντουσαν σα ζώα ρε μπούστημ, τι κατάρα ήταν αυτή.

Μια φορά, τραβάει μια γερή κορόνα, σαν να εξερράγη χύτρα, που μέχρι κι αυτός τρόμαξε, πετάχτηκε όρθιος μισοκοιμισμένος και πέταξε μια σαγιονάρα πρς άγνωστη κατεύθυνση, ‘ΟΞΩ ΜΠΟΥΣΤΗ’ και ξαναταβλιάστηκε ημίνεκρος συνεχίζοντας το κονσέρτο για πολυβόλα.

Το σπίτι αυτό, το παλιό της γιαγιάς, το έχει πάρει εδώ και πολλά χρόνια μια ξαδέρφη μου, το έχει ανακαινίσει και το έχει κάνει ξενώνα κυριλέ για Γερμανούς, κυρίως. Φαντάζομαι τους φραγκάτους τουρίστες που πάνε να μείνουν εκεί, να ακούν το φάντασμα του μπάρμπα τα βράδια να ροχαλίζει και να πετάνε βέρμαχτ στον αέρα για να σκάσει ‘”ΙΧ ΒΙΛ ΧΟΥΜΠΛΕΝ ΣΚΑΣΕΝ, ΚΑΡΓΙΟΛΕΝ ΜΠΑΡΜΠΕΝ, ΜΑΣ ΞΕΚΟΥΦΕΝ!”