Σαρδέλες

ΛΑΒ_ΖτΟΡΙ

33 λεπτά

[Τα βιβλία μου, είναι ως επί το πλείστον, μυθοπλασίες, ΕΕΕΕΕ ΑΥΤΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο μου με τίτλο #ΛΑΒ_ΖτΟΡΙ , ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ 😄]

Ήταν Πέμπτη μεσημέρι, είχες μόλις γυρίσει από τη σχολή κι έτρωγες αφηρημένη τις φακές που σου είχε σερβίρει η μάνα σου. Με σαρδέλες. Φακές με σαρδέλες, ναι; Το ‘χουμε;

Λίγο χάζευες τηλεόραση, λίγο μιλούσες με τους δικούς σου, λίγο ήσουν και στην κοσμάρα σου, όλα καλά μέχρι που:

– Κχχχχ κχχχ
– Τι έπαθες καλέ;
– Κχχχχχχ γκουχ γκουχ κχχχχχχχχ κχχχχχχχχ
– Τι έπαθες παιδί μου κχχχ και κχχχχ!
– Μαμάάάάά, μου έκατσε κόκαλο από σαρδέλα στο λαιμό! ΚΧΧΧΧΧ ΚΧΧΧΧΧΧ!
– Άντε ρε σαχλή, τα κόκαλα από τις σαρδέλες είναι σαν τριχούλες! Φάε λίγο ψωμί, θα κατέβει.

Δύο ώρες μετά έχεις φάει ένα κιλό ψωμί, δέκα φρυγανιές, λουκούμι, πατάτα, έχεις πιει λάδι σκέτο, ξύδι, κόκα κόλα, έχεις κάνει γαργάρες, έχεις βήξει, έχεις φτύσει, έχεις προσευχηθεί… ΤΙΠΟΤΑ! Το κόκαλο εκεί, σταθερά σκαλωμένο.

– Μπαμπάάάάάάά δεν μπορώώώώώ!
– Άντε μωρέ πια, υπερβολική! Θα φύγει!
– Δε μπορώώώώ σου λέω!
– Ε και τι θες;
– Δεν μπορώ να καταπιώ, δεν μπορώ να αναπνεύσω, ΘΑ ΠΕΘΑΝΩ ΣΟΥ ΛΕΩ!
– Αναπνέεις και καταπίνεις 2 ώρες τώρα ρε βλαμμένο, κανείς δε πέθανε ποτέ από κόκαλο σαρδέλας!
– ΔΕ ΜΠΟΡΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩ!
– Ρε διάολε τι πάθαμε! Και τι θες δηλαδή τώρα να κάνουμε;
– Να με πας στο νοσοκομείο!

Μια ώρα αργότερα είστε έξω από το ΩΡΛ του νοσοκομείου που εφημερεύει. Εσύ το βιολί σου «ακχχχχχκχχχχχχχ» κι ο πατέρας σου κατακόκκινος από ντροπή. Δεξιά κι αριστερά του, άνθρωποι ματωμένοι, χτυπημένοι, σε φορεία, λιπόθυμοι, σε καταστολή, με μάσκες, με γάζες, με νάρθηκες και γύψους, από τροχαία, από σεισμούς, λοιμούς και καταποντισμούς κι εκείνος συνοδεύει εσένα. Με το κόκαλο. Της σαρδέλας. Ναι.

Έρχεται η ώρα να μπείτε στο εξεταστήριο.

– Περάστε δεσποινίς, ποιο είναι το πρόβλημα;

ΖγκΝΤΟΙΝΓΚΚΚΚΚ!

Οκ, κοιτάς σα βλά κας, ο γιατρός ένα κουκλί, ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ.

Φακ…

Εκατομμύρια σκέψεις μπλοκάρουν τον ούτως ή άλλως ημιλειτουργικό εγκέφαλό σου, που σε κανονικές συνθήκες δεν στροφάρει καλά, πόσο μάλλον όταν έχει να διαχειριστεί κόκαλο στην καταπιόνα και γκομενάκι στoν αμφιβληστροειδή, ταυτόχρονα. «Τι φοράω, πώς είναι τα μαλλιά μου, έχει τρέξει η μάσκαρα, έχω πλύνει τα δόντια μου, βρακί θυμήθηκα να βάλω σήμερα;» Α ναι, επίσης «ακχχχχχχχ» για να μην ξεχνιόμαστε!

– Λοιπόν, τι σας συμβαίνει; Ρωτάει το δοκτοράκι και διακρίνεται μια υποψία χαμόγελου στο σοβαρό φατσόνι του.
– Έχω καταπιεί ένα κόκαλο.
– Τι κόκαλο;
– Από ψάρι…
– ΠΕΣ ΚΑΙ ΤΙ ΨΑΑΑΑΑΑΑΡΙ, ΟΧΙ ΠΕΣ! Πετάγεται ο σπαζοκλαμπάνιας μπαμπάς.
– Εμ… σαρδέλα, λες σιγανά.
– Σαρδέλα; Αχαχαχχαχα! Για άνοιξε το στόμα βρε κοπελιά να δω.

Ιχ…

Νταξ, αυτό είναι άβολο και άκομψο. Σε βάζει να κάτσεις σ’ ένα στρογγυλό σκαμπό με ροδάκια. Ανοίγεις στόμα διστακτικά και πλησιάζει ο τύπος με μια λαβίδα κι ένα φακό. Βάζει το όργανό του μέσα και το φτάνει μέχρι λαρύγγι.

– ΑΓΚΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ! ΔΕΝ ΜΠΟΡΩΩΩΩΩΩ!

Αρχίζεις να κουνάς τα πόδια σου, κυλάς πάνω στο σκαμπό με τα ροδάκια, τρέχεις καθιστή μέσα στο εξεταστήριο, από πίσω σου ο γιατρός με το πράμα του στο χέρι, να κυνηγάει το σκαμπό με τα ροδάκια, όρθιος αυτός, καθιστή εσύ, σπινιάρετε ανάμεσα σε ασθενείς ετοιμοθάνατους, είχαν σταματήσει τα χειρουργεία και σας κοιτούσαν, σηκώθηκε ένας με ανακοπή, σου λέει δεν το χάνω αυτό το θέαμα, πεθαίνω άλλη μέρα. Σε περικυκλώνουν γιατροί και νοσοκόμες, έχει ειδοποιηθεί ο διευθυντής της κλινικής, σου κάνει τάκλιν και κεφαλοκλείδωμα, καταφέρνει ο πιτσιρικάς ο γιατρός και ξαναχώνει το πράμα του μέσα στο στόμα σου, ΑΓΚΧΧΧΧΧ ΑΚΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ εσύ, πετάγεται ο πατέρας σου με φωνή ζόμπι που σηκώθηκε από τον τάφο εφτά αιώνες μετά την αρχική ταφή του «ΚΑΤΣΕ ΚΑΤΩ ΝΑ ΣΕ ΔΕΙ O ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΝΑ ΦΥΓΟΥΜΕ ΑΡΓΚΚΚΚΚ».

– Κχχ κχχχχχχχχχχχ
– Κάτι βλέπω, μην κουνιέσαι λίγο.
– Κχ!
– Βρε κορίτσι μου… Αυτό είναι σαν κλωστή, δεν το πιάνει η λαβίδα, κάτσε να ξαναπροσπαθήσω, μην κουνιέσαι λέμε!
– ΔΕΕΕΕΕΕ ΜΠΟ ΟΟΟ ΟΟΟΟ ΡΩΩΩΩ ΓΑΡΓΑΛΙΕΜΑΙ ΤΙ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ!!
– Πάμε να φύγουμε ρε από δω, πετάγεται ο πατέρας σου έξαλλος, μ’ έχεις κάνει ρεζίλι πάλι. Σε βουτάει από τη μπλούζα και σε γκρεμοτσακίζει από το σκαμπό.
– Είναι πραγματικά πολύ λεπτό το κόκαλο, δεν μπορεί να αφαιρεθεί. Μην ανησυχείς κοπελιά, θα φύγει μόνο του.

Νιώθεις σκα τά, μετά από όλη αυτή την ξεφτίλα, χέσ τηκες για το κόκαλο, να πε θάνεις θέλεις, τι ήττα ήταν αυτή Χριστέ μου… Κατευθύνεσαι προς την έξοδο με το κεφάλι κατεβασμένο, όταν ακούς:
– Eμμ, χμμ.. Αν εξακολουθεί να σας ενοχλεί, μπορείτε να ξανάρθετε δεσποινίς. Δεν νομίζω δηλαδή, αλλά ΑΝ λέμε τώρα, την άλλη Τρίτη εφημερεύω, εφημερεύουμε δηλαδή, όλοι μας. Κι εγώ. Επειδή εφημερεύουμε. Ναι. Εμ, χμ. ΑΝ σας ενοχλεί ακόμα. Τρίτη… ΕΠΟΜΕΝΟΣ!

Γουάου.

Πας σπίτι. Δεν καταπίνεις, δεν βήχεις, δεν αναπνέεις καν! Μην τυχόν και φύγει η σαρδέλα απ’ το λαιμό! Έχεις καταστρώσει σχέδιο, είναι όλα υπό έλεγχο! Αρκεί να μείνει η σαρδέλα στη θέση της, σφηνωμένη στο λαρύγγι. Για να έχεις λόγο να ξαναπάς στο νοσοκομείο, να ξαναδείς τον δόκτορα κοκαλοβγάλτη! Αρκεί να μείνει η καταραμένη στη θέση της!

Ναι καλά.

Το πρωί με το που ξυπνάς, πας να καταπιείς, άφαντη η σαρδέλα. Πουθενά το κόκαλο, καμία ενόχληση… ΟΪΜΕΕΕΕ ΤΙ ΣΥΜΦΟΡΑ! Πάει η σαρδέλα, την κατάπιες, έφυγε από το λαιμό, έχει πάει πλέον στο έντερο, όχι δεν θες να σε ψάξει εκεί ο γιατρός, όχι ακόμα τουλάχιστον, μόλις γνωριστήκατε, δε ‘ν’ σωστό!

Τρέχεις στην κουζίνα, ανοίγεις το ψυγείο, βρίσκεις το τάπερ με τις σαρδέλες, αρχίζεις και τις τρως με μανία. Στην αρχή τις μασάς, μετά τις καταπίνεις αμάσητες, ολόκληρες! Η μάνα σου σε βλέπει να τρως σαρδέλες επτάμισι ώρα το πρωί κι έχει πέσει στα πατώματα και οδύρεται, «αχουυυυ κακό που μας βρήκεεεεε, το ματιάσανε το παιδάκι μου και του σάλεψε, χρρρ φτου φτου φτου» – εσύ να τρως σαρδέλες και η μάνα σου να σε φτύνει και να σου διαβάζει ψαλμούς του Δαβίδ για να ξορκίσει τη συμφορά που σας βρήκε. Εσύ έχεις απελπιστεί, κανένα κόκαλο δεν σου σφηνώνεται στο λαιμό, ίσως χρειάζεται να πάρεις πιο δραστικά μέτρα, ένα πιο μεγάλο ψάρι. Έναν σαργό, έναν μπακαλιάρο, ΕΝΑ ΚΟΚΚΙΝΟΨΑΡΟ ΙΣΩΣ, κάτι! Αυτό είναι! Να καταπιείς κόκαλο από κοκκινόψαρο!

Έχεις παραδεχτεί ήδη την ήττα σου. Νο κόκαλο, νο πάρτι. Τέλος. Οι μέρες περνάνε, εσύ καταπίνεις τροφές αμάσητες και για κακή σου τύχη, εξακολουθείς να χαίρεις άκρας υγείας. Πόσο σπαστικό!

Το βράδυ της Δευτέρας πέφτεις για ύπνο νωρίς, δεν έχεις όρεξη για τίποτα. Αφού δεν έχεις κόκαλο!

Το πρωί της Τρίτης (της γενικής εφημερίας, όπως σου είχε πει ο δόκτορας) ξυπνάς χάλια. Δεν μπορείς να πάρεις τα πόδια σου. Όλα τα είχες, ο πυρετός σου έλειπε! Και σε πιάσανε και οι κωλοαμυγδαλές σου, ρε παιδί μου από μικρή εκεί έχεις ευαισθησία, μόλις κρυώσεις εκεί σε χτυπάει… Σκα τά! Πφφ, δεν μπορείς να καταπιείς.

ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΚΑΤΑΠΙΕΙΣ! ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΚΑΤΑΠΙΕΙΣ!

Τρέχεις στον καθρέφτη, κοιτάς, οι αμυγδαλές σου έχουν γίνει ΤΟΥΜΠΑΝΟ, σαν μπάλες του μπάσκετ! Είναι υπέροχες, αξιολάτρευτες! Τις αγαπάς!

Αααα πρέπει να σε δει γιατρός, δεν είναι να παίζεις μ’ αυτά τα πράγματα! Εδώ είναι θέμα υγείας κυρίες και κύριοι, η υγεία είναι ΤΟ ΥΠΕΡΤΑΤΟ ΑΓΑΘΟ, τις μπότες τις ψηλές θα βάλεις με το κολλητό το τζιν και μαύρο μπλουζάκι με δερμάτινο μπουφάν.

– Μπαμπάάάά είμαι άρρωστη, έχω πυρετό και αμυγδαλές!
– Πιες ένα βραστάρι!
– Ρε μπαμπάάάά!
– Άμα θες γιατρό να σε πάω σε ιδιώτη, στον οικογενειακό μας γιατρό, τον κύριο Γιώργο, σε νοσοκομείο δεν σε ξαναπάω, τέτοιο ρεζιλίκι δεν το ξαναπερνάω!
–Τι λες καλέ που θα πάω σε ιδιώτη! Εδώ έχουμε θέμα σοβαρό, έχει ο κύριος Γιώργος τον κατάλληλο εξοπλισμό για να ελέγξει τις αμυγδαλές μου; Έχει ο κύριος Γιώργος υπέρηχο; Έχει αξονικό τομογράφο; Έχει λέηζερ; Έχει απινιδωτή; Ούτε καν λαμπάκι στο κεφάλι δεν φοράει για να δει μέσα στο λαιμό μου, κάνε μας τη χάρη τώρα, και σιγά τον επιστήμονα, είδες το πτυχίο του; Λίαν καλώς, λέει. ΛΙΑΝ! Συγγνώμη, δεν θα αφήσω εγώ τις αμυγδαλές μου στα χέρια ενός ΛΙΑΝ καλού γιατρού. Λυπάμαι, πατέρα.

Πας μόνη σου τελικά στο νοσοκομείο, ο πατέρας σου πάει σε συμβολαιογράφο να κάνει τα χαρτιά για να σε αποκληρώσει.

Η καρδιά σου πάει να σπάσει, περιμένεις, έρχεται η ώρα να μπεις στο εξεταστήριο, τον βλέπεις πράγματι, είναι εκεί, πλησιάζεις, εκπνέεις καρδούλες από τα ρουθούνια, σε βλέπει κι εκείνος, αστράφτει το βλέμμα του, χαμογελάει, πλησιάζετε ο ένας τον άλλο, Θεέ μου είναι τόσο ρομαντικό, είστε τόσο κοντά ΚΟΥΡΤΙΝΑ.

ΚΟΥΡΤΙΝΑ.

Σου τραβάνε μια κουρτίνα μες στα μούτρα και τον χάνεις από το οπτικό σου πεδίο. Χωρίζουν το εξεταστήριο στη μέση. Με μια ρημαδοκουρτίνα! Πας να περάσεις από κάτω, σε βουτάει από το μανίκι ένας παππούς, γιατρός κι αυτός, αλλά περασμένης χιλιετίας, λογικά είχε επιτελέσει προσωπικός ιατρός του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, εκείνος είχε προσπαθήσει να συγκολλήσει το κεφάλι του αυτοκράτορα που του το κόψανε στην Άλωση για να μην πέσει στους Οθωμανούς Τούρκους, μιλάμε για τόσο παππούς. Αρχαίος!

– Εδώ δεσποινίς…
– Τι εδώ;
– Καθίστε!
– Γιατί;
– Να σας εξετάσω.
– Ναι, καλά.
– Τι ναι καλά παιδί μου, κάτσε κάτω!
– ΝΑΙ ΚΑΛΑ, ΝΑΙ ΚΑΛΑ!

Κοιτάς περίλυπη από το χώρισμα της κουρτίνας, βλέπεις τον δικό σου το γιατρό να ρίχνει κι εκείνος πλάγιες ματιές, ψιλοαπογοητευμένος. Έχει βάλει έναν μουστακαλή νταλικιέρη στο σκαμπό σου και προσπαθεί να του βγάλει ένα κόκαλο σπαλομπριζόλας από το λαιμό και ο νταλικιέρης να σκούζει και να ζητάει τη μαμά του, ζει μεγάλες στιγμές πάλι το παλικάρι, εφημερία και δράμα είναι!

Ο μαθουσάλας ψαχουλεύει τις αμυγδαλές σου, λέει και εξυπναδούλες τύπου «κρύωσε το κοριτσέλι; Πονάει το λαιμουδάκι;» Ξεράσογλου όμως η φάση, έχεις ξενερώσει τη ζωή σου, όταν ξαφνικά λέει:
– Παύλο, όταν τελειώσεις με τον κύριο, έλα να ρίξεις μια ματιά και στην κοπέλα – και σου κλείνει το μάτι… Νταξ θεούλης τελικά ο παππουδογιατρός, τον αγάπησες λίγο κι ας ήταν γλοιώδης και σίχαμας.

Τι ήταν να το πει, ο Παυλάκης για να τσακιστεί να έρθει, μάλλον με καλέμι πρέπει να ξεκαλούπωσε τη σπαλομπριζόλα από τον μουστάκια! Το ουρλιαχτό του τύπου από τον πόνο διαπέρασε το χωροχρονικό συνεχές, έσπασε το φράγμα του ήχου «ΜΕΕΕΕΕΕΓΑΑΑΜΗΗΗΣΕΣΣΣΣΓΙΑΤΡΕΕΕΕΕΕουυυυυυυΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΡΓΚ»

Επιτέλους έρχεται ο δόκτορ Παύλος, χαμογελάς, χαμογελάει, χαμογελάτε, χαμογελάει και ο παππούς, του έχει ξεσφίξει και λίγο η μασέλα, χαμογελάει η φύση, τα πουλάκια κι ο ουρανός.

– Κάνε α!
– Α…

Έκανες α, είδε και ο Παυλάρας τις αμυγδαλές σου, πυώδεις ήταν, επέμβαση χρειάζονταν και τα της εγχείρησης έπρεπε να συζητήσετε και φάρμακα να σου δώσει και να σε παρακολουθεί γενικά, ε εντάξει σε παρακολούθησε αρκετά χρόνια τελικά, καλά ήταν και πολλά είπαμε γιατί μπορεί να σπάσει κάνας διάολος το ποδάρι του και να διαβάζει αυτό το βιβλίο και να θυμηθεί πως χωρίσατε και να του γυρίσει το μάτι πάλι και να έρθει να σε βρει να σου καρφώσει καμιά λαβίδα στο κρανίο. ΤΕΛΟΣ. […]

*Το βιβλίο είναι διαθέσιμο από τις εκδόσεις Memento ΛΑΒ_ΖτΟΡΙ

Φυστίκι ΠουΚυλάει

Είμαι το Φυστίκι ΠουΚυλάει και σας καλωσορίζω στο τσαρδί μου. Εδώ θα βρείτε υλικό από τα βιβλία μου, από τις σελίδες μου και πολλά πολλά ακόμα αδημοσίευτα πραματάκια, θα γουστάρετε!

Send this to a friend